κοινοποίηση

κοινοποίηση
[-ις (-εως)] η
1) извещение, уведомление, оповещение; обнародование; 2) юр. посылка повестки, извещения

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "κοινοποίηση" в других словарях:

  • κοινοποίηση — η (Μ κοινοποίησις) [κοινοποιώ] γνωστοποίηση, ανακοίνωση, αναγγελία («η κοινοποίηση τών γάμων») νεοελλ. νομότυπη επίδοση διαδικαστικού ή εξώδικου εγγράφου στο πρόσωπο που αφορά («η κοινοποίηση τής κλήσεως ή τής εξώσεως») μσν. το να καθιστά κανείς… …   Dictionary of Greek

  • κοινοποίηση — η γνωστοποίηση, ανακοίνωση, κοινολόγηση: Έγινε κοινοποίηση του εγγράφου σ όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοινοποιήσῃ — κοινοποιέω make common property aor subj mid 2nd sg κοινοποιέω make common property aor subj act 3rd sg κοινοποιέω make common property fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακοίνωση — Κοινοποίηση, γνωστοποίηση, αναγγελία, επίσημη μετάδοση πληροφορίας. Στη ρητορική, α. αποκαλείται ένα σχήμα με το οποίο ο ρήτορας προσποιείται ότι ζητάει τη συμβουλή των ακροατών του, του αντιδίκου ή των δικαστών (στο δικαστήριο). Αυτό γίνεται… …   Dictionary of Greek

  • μετάδοση — η (ΑM μετάδοσις) [μεταδίδω] 1. το να δίνει κάποιος σε άλλον μέρος από τα δικά του ή μέρος από κάτι («σίτων καὶ ποτῶν μετάδοσις», Ξεν.) 2. γνωστοποίηση, ανακοίνωση, κοινοποίηση («η μετάδοση τών ειδήσεων από το ραδιόφωνο γίνεται κάθε ώρα») 3. η… …   Dictionary of Greek

  • ακοινοποίητος — η, ο [κοινοποιώ] 1. αυτός που δεν κοινοποιήθηκε, που δεν έγινε γνωστός στους πολλούς, αμάθευτος 2. αυτός που δεν πρέπει να κοινοποιηθεί, απόρρητος, μυστικός 3. (για έγγραφα) αυτός που δεν γνωστοποιήθηκε στους υφισταμένους ή τους ενδιαφερομένους 4 …   Dictionary of Greek

  • γνωστοποίηση — (Νομ.). Η πράξη με την οποία πληροφορείται κάποιος επίσημα ένα γεγονός, που έχει έννομες συνέπειες, για παράδειγμα δικαστικής απόφασης. Συνήθως γίνεται κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή. Ειδική διαδικασία υπάρχει για τη γ. των μαρτύρων στην… …   Dictionary of Greek

  • δηλοποίηση — η η γνωστοποίηση, η κοινοποίηση, το να καθιστά κανείς κάτι φανερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δηλοποιώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικό και Ελληνογαλλικό Λεξικό τού Σκαρλάτου Βυζάντιου] …   Dictionary of Greek

  • διακήρυξη — η (AM διακήρυξις, εως) [διακηρύσσω] νεοελλ. 1. έγγραφη ή έντυπη αναγγελία, γνωστοποίηση προς το κοινό 2. επίσημη δήλωση θεμελιωδών αρχών ή επιδιώξεων 3. έγγραφη ανακοίνωση μιας κυβέρνησης προς άλλες κυβερνήσεις με την οποία καθορίζεται η στάση… …   Dictionary of Greek

  • διαμονή — Ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η πρόχειρη ή προσωρινή εγκατάσταση ενός προσώπου. Ο όρος παρουσιάζει νομικό ενδιαφέρον στην περίπτωση που η δ. δεν μπορεί να αποδειχτεί. Σε πολλές περιπτώσεις, ο νόμος αρκείται στον τόπο της δ. για να ρυθμίσει… …   Dictionary of Greek

  • διαστολικόν — διαστολικόν, το (Α) 1. έγγραφη κοινοποίηση τού ποσού και τής διορίας για οφειλόμενη πληρωμή 2. εντολή για πληρωμή …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»